Γυναίκας Διάλογοι


“Εισαγωγή”

Ξάπλωσε η γυναίκα

και στύλωσε τα μάτια

στο άπειρο του νου

Στο πρόσωπό της αναλυόταν χρυσό χαμόγελο

Χαμογελούσε και η μέρα, καθώς ο ήλιος έγερνε

Μια μέρα σβήνει…

Χτύπησε το πλατύ της μέτωπο,

με τα μεγάλα, μακριά δάχτυλα

Τα γαλάζια ήμερα μάτια

κοκκίνισαν και θόλωσαν

Κάτι αόρατο της έσπρωχνε τον νου

και η διαλογή της ήταν δίχως κόπο

Ρείκι ολόγυμνο, θα βόλευε να ήταν

Ρείκι, μ’απλωμένα πλοκάμια στης γης τον κόρφο

Ν’αναρροφεί της θάλασσας την άρμη

Ν’ανθίζει στον καιρό της

δίχως φοβισμούς

Κι ύστερα απ’τις μπόρες να στολίζεται

διάχυτη πορφύρα.

Τι να τα κάνει τα ριζοβολήματα του νου;

Ανάερες οι ίνες που τον θρέφουν

Ανάερες κι ανοδικές

Όσο ψηλότερα κι αν αγωνίζονται

τα πλοκάμια να σκαλώσουν,

κάπου πιο ψηλά

κάτι άλλο ξαναφαίνεται

Και πασχίζει ο νους ο άμοιρος,

ρουφώντας και το κατακάθι

από της γνώσης το δισκοπότηρο,

που άλλοι πριν, από’κεί γεύτηκαν δροσιά,

να τεντωθεί, ν’απλώσει, να πιαστεί

Και πού;

Κι ώς πότε;

Το σκοτάδι κυκλώνει

Η νύχτα παχνιάζει τη μέρα

Κι εκεί κι εδώ ανήκουμε;

Μήπως για μας έχουν φτιαχτεί;

Ωστόσο κανένα φως

Όλα γύρω είναι βολικά και βολεμένα,

όμως εκείνη, η γυναίκα,

χάθηκε στ’όνειρό της…

Το Όραμα

Πατημασιές βαθιές,

στην καλοχτενισμένη από βοριάδες

απάτητη αμμουδιά,

άφηναν τα βήματά της, καθώς και η ίδια

τη θάλασσα πισώπλατα είχε βάλει

Ζεστή η αμμουδιά ακόμα

– φούσκωνε, θαρρείς –

πάσχιζε να σβήνει σιγά – σιγά

κάθε αχνάρι της

Πουθενά δεν πέρασε

Πουθενά δεν πάτησε

Και η γη η καρπερή,

στεγνή ακόμα και σκληρή,

καθώς την αλαφροπατούσε η γυναίκα,

ούτ’ένα από τα βήματά της

δεν άφησε πάνω της να χαραχτεί

Από το ακροθαλάσσι,

ώς του βουνού τα πόδια,

κανένα σημάδι, δεν απόμεινε από κείνη

Πρέπει, δεν μένει τίποτ’άλλο,

ν’ανέβει το κατάμαυρο βουνό

Τα πέρατα του κόλπου, φραγμένα,

βράχια αγκαθιασμένα από την πολύχρονη αρμύρα,

καμιά ελπίδα μονοπατιού δεν άφηναν

Και απορεί η γυναίκα,

από πού βρήκε δρόμο, κι έφτασε,

ολημερίς περπατώντας

Πίσω η θάλασσα

Αντίκρυ το βουνό στημένο·

η νύχτα το τυλίγει, καθώς κι εκείνη

Όμως θαρρείς και το βουνό την προσκαλεί

Κοντά του την τραβά αθέλητα

Εκείνη και το βουνό μες στης νύχτας τη θολούρα

Και πρέπει, πρέπει να το πισωδιαβεί

Κάποιο θαύμα έγινε

Βρέθηκε πάνω στου βουνού τη ράχη

Δίχως ούτε γιδόστρατα να ανηφορίσει

Η ανάσα δεν ανέκοψε,

δεν πλήγιασαν τα πόδια στην ανηφοριά

Πισώστρεψε κατά τη θάλασσα

Την είδε, μες στο σκοτάδι, ακύμαντη,

ν’αντιφεγγίζει το πιρπίρισμα των αστεριών·

την είδε, τόσο ξέμακρη,

κι απόρησε για το πώς βρέθηκε με μιας,

στο πόδι του βουνού,

πολύ κοντά

στ’ουρανού το ντύμα

Εκεί κατά τον βορρά,

ένα φωτάκι, έν’ασήμαντο φωτάκι

«Ένα φως! Επιτέλους! Έν’ανθρώπινο φως!»

Καταχάρηκε η οδοιπόρος

Με σιγουριά κι ελπίδα

βιάστηκε να το προφτάσει…

Έπιασε να αχνοφαίνεται γαλατερή πάχνη

Πνοή καμιά, κι ανατριχίλα ολόγυρα

Λαχτάρα πλημύρισε την ίδια,

μη και το πρωινό τ’αγιάζι,

σαν άρχιζε της αυγής το ροδοδαχτύλισμα,

έσβηνε τη φωτεινή παρηγοριά

Το φως, με φανερή βιάση,

κατά τη μεριά της ερχόταν

«Έλα, σε περιμένουμε!»

Ανθρώπινη φωνή στ’αυτιά της έφτασε

Προχώρησε η γυναίκα

Σε κάποιου κάστρου τον περίγυρο

θα’πρεπε να βρισκόταν απ’έξω

Ο άνθρωπος με το φωτάκι, τυφλός δίχως άλλο ήταν

Δυο – τρία βήματα έκανε και σταμάτησε

Το λεύτερο χέρι του πάνω στον καστρότοιχο

κάτι αναζητούσε

Πάσχιζε να δει κι εκείνη

Τίποτα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει

Κανένα άνοιγα

Καμιά αυλόθυρα,

ούτε και σημάδι μυστικής μπασιάς

Κουράστηκε κάποια στιγμή ν’αργοπατά η γυναίκα,

έκανε κάτι να ρωτήσει

Θα’θελε και να του πει τ’ανθρώπου, πως

φτάνει πια

Πάρα πολύ ο ήλιος δεν θ’αργούσε,

το πρώτο το σαΐτεμα

κάτω, στη μακρινή τη θάλασσα να κάνει

Η ίδια θα πισωγύριζε,

κάποιον άλλο δρόμο να βρει

Στο φως το καθαρό,

κάποιο μονοπάτι θα έβρισκε,

μπορεί και στ’αγκαθερά βράχια να σκάλωνε,

εκεί που’σκαζε το κύμα·

έτοιμη καθώς ήταν να μιλήσει,

έτριξε ένα μάνταλο, μαζί και οι αρμοί

κάποιας θύρας

πολύχρονης κι αόρατης

Διπλώθηκε στα δυο η γυναίκα

να τη διαβεί, μετά τον οδηγό·

εκείνος, ψαχουλευτά,

μαντάλωσε την εμπασιά του κάστρου

Φύσηξε το φωτερό του,

κι αφού κατάχαμα το πίθωσε,

δίπλα στην πόρτα κουλουριάστηκε,

σαν κάποιο ζώο που βάλθηκε για να φυλάει κάτι

ή να κοιμηθεί

Ντυμένος παλιόρουχα,

κουρελιασμένα, σαν ζητιάνος

Οι κόχες των ματιών του όμοιες σπηλιές,

άδικα η καινούρια μέρα πάσχιζε φως να ρίξει

Κουβέντα από το στόμα του καμιά

Κάτι θα’θελε να κάνει για εκείνον η γυναίκα

Έβγαλε το γκρίζο της το πανωφόρι και,

πάνω στο γέρικο κορμί το άπλωσε

Ολόγυρα, αλλοτινού καιρού κτίσματα,

γκρεμισμένα κείτονταν πάνω σε θέμελα γερά ακόμα

Σωροί οι πέτρες·

κάποτε έφραζαν και του μονοπατιού το πέρασμα·

προσπερνούσε…

Άλλοτε, στο δύσκολο περπάτημά της,

κι όπου ο χρόνος μάταια

τις πέτρες πάσχιζε δεμένες να κρατεί,

κάποια ξέφευγε, κυλούσε

Κι όλο το βουνό κατρακύλισμα αντηχούσε

Ερπετών κατοικητήριο

Ανατρίχιασε η γυναίκα

Πού να βρίσκεται, στ’αλήθεια;

Το μονοπάτι, φιδόφερνε την πλαγιά

κι οδηγούσε στην άλλη πλευρά,

εκεί που δεν έβλεπε ακόμα

Άξαφνα άρχισαν να ξεφυτρώνουν

μες στα χαλάσματα,

μικρές καλύβες αχυρένιες

Εδώ, εκεί, πιο πέρα, παρακάτω άλλη

Φαίνονταν στέρεα φτιαγμένες

Άσπρες, ξανθωπές οι νιόφτιαχτες.

Άλλες της πολυκαιρίας το χρώμα είχαν

Κι όλες πως κατοικούνταν έδειχναν

Η γυναίκα περπατούσε γεμάτη απορία

Όλα στον ορίζοντα προμηνούσαν την ανατολή,

στις πόρτες των καλυβιών έβγαιναν άνθρωποι

Την έβλεπαν;

Πλήθαιναν οι καλύβες

Σιγά – σιγά και οι άνθρωποι·

άντρες, γυναίκες, παιδιά και βρέφη

Κόσμος

Ένα χωριό ολόκληρο

Ένα αχυρένιο χωριό

Αγουροξυπνημένα πρόσωπα

Κεφάλια αναμαλλιάρικα

Όμως παράξενα ακίνητα και άφωνα

Ανέκφραστα θωρούσαν τ’αργό περπάτημά της

Πιο πέρα,

καθώς η μέρα να ορθοποδίζει άρχιζε,

σαν νιόβγαλτη απ’το κουκούλι πεταλούδα,

οι κάτοικοι του κάστρου πλήθαιναν

Σύναξη είχαν θαρρείς

Κι άλλοι, κι άλλοι. Άντρες και γυναίκες,

έστεκαν όλοι σιωπηλοί

στο αργοπέρασμα της γυναίκας

Με της μέρας το μέστωμα, ο ήλιος

δυνατός και κοφτερός

πλημύρισε φως

όλη την πλαγιά. Γη, βράχια, χαλάσματα,

αχυροκαλύβες κι όλο το ανθρώπινο συμμάζεμα

Μονάχα τα κορμιά δεν φώτισε θαρρείς

Χωμάτινα λες και ήταν όλα

Από λερή γλίνα καμωμένα

Κι οδεύοντας η γυναίκα

μες στο βουβό ανθρωπομάζεμα,

είδε : Εκείνου το μάτι έχασκε μαυρίλα,

σαν του σκελετωμένου γέροντα που εκεί την έφερε

Της άλλης το χέρι σαπισμένο κρεμόταν

Πιο πίσω σ’ενός το στόμα χείλη δεν υπήρχαν,

κάποιου η παρειά, σ’άλλον πλευρά,

κάπου μονάχα έν’αυτί…

«Λεπροχώρι…» Σκέφτηκε η γυναίκα

Στη ραχοκοκαλιά της παγοκολώνας στάλαξη

άρχισε να κυλά, αργά – αργά

Κάθε της κεφαλής της τρίχα, χνούδι του κορμιού,

αντένα φρίκης έγινε

Και απ’το μεδούλι μέσα φόβος ξεκινώντας,

να τρέξει, να τρέξει την παρορμούσε

Όμως,

εκείνος ο ίδιος ήταν που σταθερό

το βήμα το αργό κρατούσε

Σκέφτηκε η γυναίκα :

το μονοπάτι κάπου αντίπερα θα έβγαζε

Όμως κάποιος,

κι αν τον ρωτούσε η ίδια,

τάχατες απόκριση δεν θα’δινε από πού να βγει;

Όσο του βουβοχωριού οι καλύβες ν’αραιώνουν έπιαναν

και της γυναίκας η ελπίδα μες στην καρδιά στρωνόταν,

δεν μίλησε

Μα, να!

Κάπου τελειώνει το στρατί

Επιτέλους! Από το κάστρο θα βγει!

Κρίμα!

Λυπάται κι απελπίζεται η γυναίκα

Γερές σιδεροστιές έφραζαν τον δρόμο

Από πού να βγει;

Γαντζώνεται εκεί πάνω

Όλη της τη δύναμη στις φούχτες βάζει,

τα σίδερα πασχίζει να τραντάξει,

να τ’ανοίξει

Να! Δυο πατημασιές πιο πέρα,

ούτε χαλάσματα, ούτε ψαθοκάλυβα

Ούτε σημάδι απ’ανθρώπου πέρασμα.

Ώς εκεί και η σαπίλα

Ατράνταχτα τα σίδερα μένουν,

τη θλίψη και το πείσμα της γυναίκας για να γιγαντώσουν

Πισωγυρίζει, θωρεί και την πλαγιά

που μόλις πριν λίγο είχε περπατήσει

Και είδε αμέτρητους,

κοντά ο ένας στον άλλον τους σαπισμένους να’ρχονται

αργά – αργά, βουβά κι αθόρυβα

Το βήμα της δεν τάχυνε. Παρά

κατά το χέρι το δεξί, καινούριο δρόμο πήρε

Καλύβες πάλι συναντά

Καλύβες κι άνθρωποι στημένοι πάντα ίδια

Μαντιλοδεμένες οι γυναίκες

Τα παιδιά μισόγυμνα. Πετσί και κόκαλο οι άντρες

Κι όλοι μισοσαπισμένοι

Καθώς το μπουλούκι καταπόδι της ερχόταν,

κινούσαν και οι καινούριοι ξοπίσω

Κι έγιναν ένα φίδι όλοι, έν’ανθρώπινο ερπετό,

κατασάπιο απ’την κεφαλή, ώς τη θανατερή ουρά

Κι όλοι βουβοί κι αθόρυβοι

Σ’άλλη σιδερομπασιά βρέθηκε η γυναίκα; Στην ίδια;

Έφτασε τέτοιες, πέντε – δέκα;

Και όλες κατάκλειστες, σαν τις φυλακής τα σίδερα

Και η λευτεριά απ’έξω

«Μα εγώ, θέλω να βγω από’δώ», σκέφτεται

«Ο ήλιος μεσουράνησε

Μυρωδιά πεθαμένου αναπνέω

Κόμποι κυλάν στο μέτωπό μου

Ας εύρισκα τον τυφλό, με το φανάρι

Πρέπει να μου ανοίξει το πορτάκι,

να βγω, να φύγω!»

Μια μυστική φωνή τής κράζει :

«Μη μιλήσεις! Μην τρέξεις!

Κι αν σε βολεύει, μείνε»

«Δεν θέλω! Να μείνω, δεν μπορώ!»

«Δες! Καλά κοίτα, γύρω»

«Σαπίλα»

«Μονάχα τέτοια υπάρχει.

Αλλού είναι έξω. Αλλού μέσα. Κοίτα!»

«Δεν θέλω να κοιτώ άλλο πια!

Μόνο να φύγω»

«Αργοπερπάτα»

«Γιατί σωπαίνουν;»

«Περιμένουν»

«Ποιον;»

«Δεν άκουσες τι είπε ο γέροντας με το φανάρι, ο τυφλός;»

«Όμως… κατά πού είναι ο τυφλός;»

«Εκείνος ζεστάθηκε,

κάτ’απ’το ρούχο σου κοιμάται

Μάτια κι αυτιά τού είναι άχρηστα»

Ξεστράτισε κάποια στιγμή η γυναίκα

Του λεπροχωριού τ’ασκέρι καταπόδι ακολουθούσε

Όμως τη βουβαμάρα να τη σπάει άρχισε

μυκηθμός υπόκωφος

Θαρρείς της γης τα σπλάχνα σείονταν

και το κακό, συντέλεια προμηνούσε

Πήρε να πατάει τ’άσπρα κοχύλια

κάποιου ξεροπόταμου η γυναίκα

Ο νους ζαλίστηκε απ’την ελπίδα

Τις μπασιές τις έφραξαν

Μα το ποτάμι!

Στον νου θολωμένη η χαρά,

πήραν να βιάζονται τα πόδια

Πιο γρήγορα. Πιο γρήγορα.

Έπιασε να ελαφροτρέχει η γυναίκα

Και το πλήθος ξοπίσω της το ίδιο,

γρήγορα κι ακόμα γρηγορότερα

Το μουγκρητό έγινε φοβέρα

Κι όλοι ακολουθώντας τη

να τη φτάσουν πάσχιζαν

Φτερά στα πόδια η γυναίκα είχε

Μπόρεσε σε κάποιο στύλο

φτάνοντας, να κρατηθεί για λίγο,

ν’ανασάνει

Η ψυχή της καιγόταν,

θαρρείς λαμπάδιασε απ’τη λαχτάρα

Δυο βήματα

Δυο δρασκελιές ακόμα,

τρεκλίζοντας τις έκανε η γυναίκα

Και τότε,

λες και σημαδιακό όριο είχε πατήσει,

άρχισαν με μιας ν’αχολογούν τα σήμαντρα

Κάπου κρυμμένα στο χωριό θα τα’χαν

Κι άπλωνε ο αχός τους σ’ολόκληρο το πετροβούνι,

ήμερα μαυλιστικός

Η γυναίκα καταλάγιασε. Ανάσανε

Λιγόστεψε της αγωνίας η φλόγα

Ξεσκότισε το ταραγμένο μυαλό

και πήρε ν’αγναντεύει τ’ανθρωπομάζεμα

Σήμα μυστικό λες και ήταν τ’αχολόγημα,

εκεί που βρισκόταν, όλους καθήλωσε

Ούτε μισό βήμα παραπάνω

Έπαψαν και οι βρυχηθμοί φοβέρας

και το κυνηγητό, απειλές γεμάτο

Ο κουρνιαχτός που στο πέρασμά τους ξεσηκώνοντας,

την κατηφόρα είχε πάρει καταπόδι ακολουθώντας,

ξεπέρασε και τους μπροστάρηδες ακόμα

Μα, σαν να κατάλαβε τον μυστικό παλμό

από τους μερωμένους ήχους, στάθηκε,

έπιασε ν’αραιώνει, να παίρνει πλάτος, ύψος,

μέχρι που τύλιξε όλο το σάπιο το λεφούσι

Αργά – αργά όλους

τους σκέπασε σαν σύννεφο πυκνό

Στην κολόνα που είχε στηριχτεί η γυναίκα,

μια πινακίδα κρεμόταν

Πολλά γράμματα απ’ό,τι κάποτε εκεί ήταν γραμμένο

είχαν σβήσει. Προσπάθησε,

και απόμεινε να βλέπει τα γράμματα,

μήπως και καταλάβει

τι έγραφε κάποτε εκεί

Και η γυναίκα χαμογελώντας,

ζύγιζε τη μοναξιά της…

Μετά το Όραμα

Με βιάση,

περπατώντας ανάμεσα σε ύπνο – ξύπνιο,

η γυναίκα πήγε κατά την πόρτα της…

Χαμογελώντας πάντα, αναλογίστηκε

όλο της τ’όνειρο

Έτσι σαν άστραμμα σε βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα,

πέρασε στον νου τής νύχτας η λαχτάρα

Στον ουρανό πλανιόντουσαν οι ήχοι…

Βαριά των ανθρώπων τα πατήματα στην αυγινή γαλήνη,

των παιδιών οι φωνές άπλωναν χαρμόσυνες απ’άκρη σ’άκρη,

στον ουρανό πάχνη καμιά

Στην καρδιά, χιλιοειπωμένο μυστικό,

που γινόταν κάθε στιγμή καινούριο

Ένιωθε η γυναίκα πως άνοιγε στη ζωή της κάτι καινούριο,

ένα κομμάτι, που ποτέ

από τον νου δεν είχε περάσει, ήξερε…

«…Τις πληγές του κορμιού, πολλές φορές, δεν σε νοιάζει

αν άλλου μάτι τις δει. Όμως τα τραύματα της ψυχής…

Οι πρώτες θέλουν φως για να γιατρευτούν

Οι δεύτερες στα σκοτεινά καταλαγιάζουν

Τη θύμηση τη στένεψα

Αλλιώτικα δεν γινόταν

Έμπλεκε στο κάθε μου βήμα,

κι από δύσκολο, βαρύ κι ασήκωτο το καταντούσε

Καλή είναι η θύμηση σαν σου δίνει δύναμη. Σαν σε βοηθά

να ξεπεράσεις τα δύσκολα, αφού πιο εύκολα τα κάνει»

Κοιτάζει η γυναίκα την ψυχή της κατάματα

«…Δάκρυ όμως δεν είδες

Ούτε μια σταλαγματιά,

Ούτε ένα λεκεδάκι πάνω σου δεν έχεις

Κι όχι γιατί δεν είχα στιγμές που έπρεπε να κλάψω,

να κλάψω ατελείωτα. Να ξαλαφρώσω

Έπηζαν, θαρρείς, τα δάκρυα

ολόγυρα από την ψυχή!

Κειτόταν η ψυχή,

πυργωμένη σε κρυσταλλωμένα δάκρυα

Της έγιναν ασπίδα σκληρή

Έτσι, ο κόσμος, οι άνθρωποι,

τις εσώτερες πληγές δεν έβλεπαν,

ποτέ δεν είδαν

Μονάχα συ,

καλή μου φίλη…»

Λούζεται η γυναίκα στη βροχή των λογισμών

«…Κι όταν ο άνθρωπος τεντωμένος στο κορμί,

στον λαγαρό και ξένοιαστο νου, την ψυχή την ολοκάθαρη,

ίδιο σαΐτεμα

Τη χαρά μηνούσε. Την ανθρώπινη χαρά, στα σύμπαντα

Εκείνη η στάλα, ο άνθρωπος!

Αίνος γινόταν

Αίνος σιωπηλός,

ήμερος, αθόρυβος, συγκινητικός

Των χεριών η κίνηση, του κορμιού το τόξο

Το “μάννα” του Θεού δεν δόθηκε για εκλεκτούς μονάχα,

παρά για κάθε άνθρωπο!

Για να το βρει…

της ερημιάς το καυτερό τ’αμμοθαλάσσι,

ανάγκη δεν είναι κανείς να διαβεί

Θ’αρκούσε η τελευταία ακτίνα του ήλιου

καθώς πάει να βασιλέψει

Η τρίλια κάποιου πουλιού

Αθώρητου ρυακιού το κελάρυσμα

Των μπουμπουκιών τα μάτια πάνω στα ξερόκλαδα

Μα κι εκείνο

που στα σπλάχνα της γυναίκας αναδεύεται

“Μάννα” είναι

ένας μικρός ανθός. Λάθος δεν χωρά κανένα…»

Και νιώθει

πως κρατά στα χέρια της τον ανθό

Μαβής, δεν είναι, κι ούτε μεταξένιος

Σάρκινος είναι

Ευλογεί τις θύμησες.

Ευλογεί τον ίδιο τον Δημιουργό

Μέσα σε μια σταλιά καύκαλο,

έπιασε κι έστησε ένα γλιστερό,

τιποτένιο πράγμα

Το έστησε ψηλά, στου πανωκορμιού την άκρη

Είναι σαν να είπε : «Κορόνα σου το βάζω, φύλαγέ το

Όλα τ’άλλα, τα τόσο θαυμαστά,

πάρα κάτω βρίσκονται, εκείνο να υπηρετούν»

Κέντρο κινητικών, αισθητηριακών, αισθητικών

και ψυχικών λειτουργιών,

το ονόμασε η ανθρώπινη γνώση

Ένας ατέλειωτος δαίδαλος από ίνες, που το μπλέξιμό τους

δεν μπόρεσε ολοκάθαρα από τη ρίζα τους

ο ίδιος να πιάσει

Δώρο τού το έκανε ο Δημιουργός

Λάθος δεν χωρά!

Η γυναίκα συγκλονιζόταν

Ένιωσε πως βυθιζόταν

σ’ένα πρωτόγνωρο στροβίλισμα που την παράσερνε

γλυκό τρικύμισμα άπλωνε στα σωθικά της, κι απορούσε

Μη να’ταν μέθη από του ανθού το μύρο!

Μέσα σ’όλο το Είναι της ένιωθε περιστεριών αναφουφούλιασμα

Η ψυχή της πλάταινε

Δοκίμαζε να χωρέσει…

Μπορούσε να χωρέσει ίσως

και παραπάνω από τη χαρά, ακόμα

Μια μικρή,

μια ξάστερη κοσμογονία πλανιόταν γύρο της.

Τι κι αν έσερνε μαζί

κάποια λαίλαπα ή κατακλυσμό

Ήταν πρωτόγνωρη κι ελπιδοφόρα

Η ζάλη κάπως ξεπεράστηκε

Νιώθει καλύτερα η γυναίκα…

Ο ήλιος λαμπρός

είχε μεσουρανήσει,

σαν βρέθηκε η γυναίκα στον δρόμο.

Στο βάθος φάνηκε μια πλατεία,

μαζί και μια εκκλησιά.

Όμως να που… ο νους… πάλι…

«Αν είχα τη δύναμη,

κοντά, δίπλα

σε τούτη την εκκλησιά,

κοντά σε κάθε μια,

στον κάθε οίκο του Θεού,

θα έκτιζα εκείνον του ανθρώπου.

Μια καλύβα. Ένα σχολείο!

Κάποιο διδακτήριο.

Μπορεί σωστό αναπλαστήριο.

Εκεί μέσα,

κι όσο υπάρχει ανάγκη,

να λειτουργείται ένα μυστήριο.

Της γνώσης του ανθρώπινου Εγώ.

Να έρθει η σμίλη της ανθρώπινης σοφίας,

να δουλέψει στα βάθη τ’ανεξερεύνητα του καθενός.

Προπάντων όμως,

τις μάνες.

Εκείνες…»

Μέσα της λόγιαζε η γυναίκα,

σαν τι θα μπορούσε να της λιώσει τα πετρωμένα

της ψυχής της δάκρυα!

Μια σύναξη μες στον γυμνό,

απέραντο δρόμο.

Γυναίκες κι άντρες.

Θλιβερός ένας κέδρος,

μοναδικό απομεινάρι από τον παλιό δρόμο,

άπλωνε τα κλαδιά του, ασάλευτα,

μες στη χειμωνιάτικη λαγαρή ατμόσφαιρα.

Στον ίσκιο του περιτριγύριζαν κάμποσοι… αδιάφορα

άλλοι σκορπισμένοι, κατάμονοι,

θανατερά στημένοι.

Η εικόνα ήταν μονότονη,

ωστόσο δυνατή και διαπεραστική,

ένιωσε ίδιο σουβλερό νυστέρι

να της διαπερνά και το μυαλό ακόμα.

Ο νους, η θύμισες, η εικόνα…

Σωστό παραμύθι, τονιζόταν ολοκάθαρα.

Η γυναίκα τεντώθηκε, στήθηκε όρθια,

γαντζώθηκε από την εικόνα

Κι έβλεπε…

Διπλογονατισμένη, μια γυναίκα,

κρατώντας στο’να χέρι, κουβαριασμένη,

μια λερή πετσέτα,

κουνιόταν πέρα – δώθε, παιδί σαν να κοίμιζε.

Με τ’άλλο, μαυρισμένο κι άσαρκο, μούμιας χέρι,

σήκωνε τις άκρες των μαλλιών της

και σκούπιζε τα μάτια.

Ορθάνοιχτα, με βλέμμα γυάλινο,

πέρασαν πάνω στη γυναίκα, δίχως καν να πεταρίσουν.

Ήταν σαν να’χαν ξεπεράσει

το σύνορο, που δύναται η ανθρώπινη ματιά να φτάσει.

Ξερά, ολόξερα τα μάτια και το βλέμμα.

Όμως η γυναίκα

δεν έπαυε να στεγνώνει δάκρυα ακύλητα.

Και η γυναίκα σκέφτεται :

«Της στέρεψαν. Όμως μπορεί

ποιος ξέρει;

Μπορεί να’ναι κι από κείνα

που πισωστρέφουν κάπου βαθιά.

Και γύρω απ’την πηγή τους…»

Κι άκουγε η γυναίκα

τριξίματα μες στη δική της την ψυχή.

Σαν κάποιο δέντρο βαθύρριζο να ξεθεμελίωνε

και καταγής πάσχιζε να γείρει, αγκομαχώντας.

Όμως να ένας άντρας.

Ψευτοπούλι στις φωλιασμένες φούχτες κρατούσε.

Με την πνοή του το φυσούσε.

Τέντωνε μετά τα χέρια κι έσκουζε :

«Πέταξε! Τις φτερούγες άνοιξε!

Ήρθε η ώρα σου. Τις ζέστανα κι εγώ.

Η ώρα ήρθε να πετάξεις. Πέταξε!

Πέταξε λοιπόν!»

Ανοίγοντας τα χέρια,

να ξεφωλιάσει το πουλί,

το’βλεπε μ’απελπισία, στη γη να πέφτει.

Γδούπος αντήχησε.

Έσκυψε ο άντρας και θυμωμένα το ρωτούσε.

«Γιατί; Γιατί;

Δεν σου είπα να πετάξεις;

Να με ντροπιάσεις θες;…»

Από τις φτερούγες το σήκωνε προσεκτικά.

Καθάριζε τα χώματα από πάνω.

Μη και το βαραίνουν.

Το’κλεινε και πάλι

στις κουκουβαγιασμένες του παλάμες και ξανάρχιζε :

«Πέταξε! Πέταξε, λοιπόν!»

Γύρισε την πλάτη η γυναίκα…

Απόμεινε ξοπίσω η εικόνα…

Και οι ζορισμένοι απ’τη φύση άνθρωποι.

Στης γυναίκας τον νου

σφυροκοπούσαν σκόρπιες λέξεις,

που λες και μετεωρίζονταν

στον χειμωνιάτικο αέρα και την ακολουθούσαν :

“Πέταξε, λοιπόν! Ώρα καλή θε να σου πω…

Πέταξε, λοιπόν! Ώρα καλή…”

Ξενερίζει ο νους…

Γκρεμίστηκε τ’άγριο δεντρί

μες στης γυναίκας τα φυλλοκάρδια

Το σώριασμά του παρέσυρε

και χιλιοθρυμμάτισε τους χειμωνιάτικους πάγους

Τα κρύσταλλα κομματιασμένα απλώθηκαν ολόγυρα

Τα ζέστανε της ψυχής η θέρμη

Άρχισαν να λιώνουν. Κι έγιναν στάλες

Πολλές. Απανωτές. Ατέλειωτες

Ούτε που νοιαζόταν η γυναίκα να τις στεγνώσει

Ο ήλιος, ήμερος και σίγουρος

την κατηφοριά τ’ουρανού έχει πάρει

Εκείνος αφάνιζε μία – μία

τις στάλες πάνω στα μάγουλα,

αφού πρώτα τις έκανε πετράδια με μύρια χρώματα

Της γυναίκας τα μάτια δεν βλεφάριζαν,

παρά έβλεπαν

Κι όσα διάβηκαν κι όσα μέλλονταν

Οι διαβάτες του δρόμου

στη συνάντησή της παραξενεύονταν,

μη κι αερικό είχαν συναπαντήσει…

Η γυναίκα αντιλήφθηκε των περαστικών το ύφος…

«Μη νοιάζεστε για μένα!

Ούτε για το ρήμαγμα του σπιτικού σας

Μόνο για εκείνον

τον αφανισμό του ανθρώπινου νου

Του νου και της ψυχής

Που κάνει και την ανθρώπινη ύπαρξη ν’αφανίζεται

Κλείνουμε τα ξώφυλλα της γλιστερής του μάζας. Για πάντα

Σφάλισαν και της ψυχής τα παράθυρα

Κι όλα γίνονται σκοτάδια

Μέσα κι έξω

Κι απομένει ο άνθρωπος σκέτο ζωντανό

Της γης ο γίγαντας!

Του άστρου μας ο αφέντης!

Κι όσα έμαθε,

κι όσα υπάρχουν για να δονούν της ψυχής τα έγκατα,

Τους πλοκάμους του νου,

μάταια

όλα για κείνον…»

Στην περπατησιά της έριξε τα μάτια η γυναίκα

Μερικά πέταλα,

απ’τα λουλούδια κάποιας αμυγδαλιάς είχαν πέσει στον δρόμο

Έσκυψε η γυναίκα

και τα μάζεψε ένα – ένα

Δεν ήθελε να τα πατήσει, έτσι… από παλιά συνήθεια

Και διαλογιζόταν :

«Όλα

ίδια θα μένουν στη γη μας

Από χρόνια αμέτρητα

Ποιος ξέρει και για πόσα…

Ο ήλιος

θ’ανατέλλει κάθε πρωινό

Στη δύση

θα γέρνει με την ώρα του

Θα προβάλει

και η σελήνη στον καιρό της

Και ο άνθρωπος θε να πλανιέται

στο απέραντο και σκοτεινό της γνώσης το λιβάδι,

κλεφτοφάναρο κρατώντας,

Δίχως τελειωμό

Καινούρια μονοπάτια να βρει

Όμως

όλοι εκείνοι οι μαντρωμένοι,

ένα τίποτα,

πιο λίγο κι από το τίποτα…»

©Μανώλης Μεσσήνης

(Picture by Fitra Pranadjaja)